Οι ρίζες της κουλτούρας της βίας στη μεταπολιτευτική Ελλάδα.

Του Πέτρου Παπασαραντόπουλου 

Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο 12ο τεύχος του περιοδικού the books’ journal.Πρόκειται για μια απόπειρα εξήγησης των φαινομένων πολιτικής  βίας που πυκνώνουν συνεχώς. Η υπόθεση εργασίας είναι ότι η απουσία κοινωνικού συμβολαίου στην Ελλάδα, η προνεωτερικότητα των υποκειμένων της ιστορίας και ο λαϊκισμός δημιούργησαν ένα τ’ερας που είναι πολύ δύσκολο να ελεγχθεί.

Για όσους δεν το έχουν συνειδητοποιήσει, πρέπει να τονιστεί με έμφαση ότι η ελληνική κοινωνία βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορικών διαστάσεων μετάλλαξη: Δύο χρόνια πριν, η κουλτούρα της βίας εμφιλοχωρούσε σε αριθμητικά ασήμαντες ομάδες ακροδεξιών και ακροαριστερών γκρουπούσκουλων. Σήμερα, σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση[1], ένας στους δύο κατοίκους αυτής της χώρας εγκρίνει τους προπηλακισμούς εναντίον πολιτικών προσώπων, δηλαδή υποστηρίζει την πολιτική βία. 

Πάνω από 200 περιστατικά πολιτικής βίας έχουν καταγραφεί σε διάστημα ενός μηνός, από τα τέλη Ιουνίου, που ψηφίστηκε το Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, έως τις αρχές Αυγούστου. Οι πρωταγωνιστές των προπηλακισμών και των επεισοδίων συνήθως τα βιντεοσκοπούν και στη συνέχεια τα αναρτούν, με υπερηφάνεια υποθέτω, στο διαδίκτυο, ως λάφυρα πολεμικής αναμέτρησης, αφού ο αντίπαλος συνήθως τρέπεται σε φυγή ή ζητάει τη βοήθεια της αστυνομίας. Οι επικηρύξεις και τα «καταζητείται» εναντίον πολιτικών πείθουν και τον πλέον δύσπιστο ότι έπεται συνέχεια. Ιδιαίτερα στα τέλη Ιουλίου, οι προπηλακισμοί επιτάθηκαν με τη συμμετοχή των απεργούντων ιδιοκτητών ταξί, που δεν δίστασαν να ισοπεδώσουν αρκετά γραφεία τοπικών οργανώσεων του κυβερνώντος κόμματος, γραφεία τοπικών βουλευτών και να ματαιώσουν, με μαζικές εφόδους, περιφερειακές συνδιασκέψεις. Αποκορύφωμα αλλά και καρικατούρα αυτών των «κινητοποιήσεων» ήταν οι προπηλακισμοί «αγανακτισμένων» εναντίον του Φώτη Κουβέλη στη Θεσσαλονίκη.

Για πρώτη φορά στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, ο αντικοινοβουλευτισμός αποκτά πλειοψηφικά κοινωνικά χαρακτηριστικά. Οι κρεμάλες των «αγανακτισμένων» και οι προπηλακισμοί κατά των πολιτικών είναι αψευδείς ενδείξεις μιας κοινωνίας που είτε επικροτεί τη βία είτε καταφεύγει σε αυτήν. Το τέρας της πολιτικής βίας, έχει πλέον αποκτήσει σάρκα και οστά. Ακριβώς όπως η Μαίρη Σέλλεϋ περιγράφει τη δημιουργία ενός τέρατος από τον δόκτορα Φρανκεστάιν στο ομώνυμο βιβλίο της, έτσι και στη χώρα μας το τέρας αυτό κυκλοφορεί ελεύθερο στους δρόμους, ανάμεσά μας. Παράλληλα, έχει και την επιδοκιμασία της μισής κοινωνίας.

Κάτι στην ατμόσφαιρα θυμίζει, ως καρικατούρα, την περίοδο της «Μεγάλης Τρομοκρατίας» που διαδέχθηκε τη Γαλλική Επανάσταση. Συναντώ όλο και περισσότερους συμπολίτες που φαντασιώνονται, ως νέοι Ιακωβίνοι, ότι η χώρα έχει ανάγκη από Ροβεσπιέρους και Μαρά που πρέπει να εξοντώσουν τους πολιτικούς που ψήφισαν το Μεσοπρόθεσμο, όπως έγινε με τους «ενδοτικούς και συμβιβασμένους» Δαντόν και Ντεμουλέν.

Ακριβώς έτσι άρχισε στη Γερμανία η κατάρρευση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης που οδήγησε στην άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία.

Τούτων δοθέντων, θα προσπαθήσουμε να ιχνηλατήσουμε το φαινόμενο, με σημείο αφετηρίας τη Μεταπολίτευση του 1974 και την εδραίωση της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας. Η επιλογή αυτή είναι τελείως συμβατική και γίνεται για λόγους οικονομίας του κειμένου, αφού, όπως θα φανεί στη συνέχεια, οι απαρχές του φαινομένου χάνονται στα βάθη του χρόνου και φτάνουν στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του ελληνικού έθνους-κράτους.

Ο αρχικός βιότοπος:

Άρνηση του πολιτικού διαλόγου, καμιά κουλτούρα συναίνεσης

Η Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία, παρά τα αναμφισβήτητα θετικά στοιχεία, από άποψη ελευθεριών και δημοκρατίας που κόμισε στη ελληνική κοινωνία σημαδεύτηκε από το δομικό χαρακτηριστικό τηςάρνησης του πολιτικού διαλόγου ανάμεσα στις σημαντικότερες συνιστώσες του μεταπολιτευτικού κοινοβουλευτισμού. Το πολιτικό παίγνιο ήταν πάντοτε, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ανάμεσα σε εχθρούς και όχι ανάμεσα σε πολιτικούς αντιπάλους, που θα μπορούσαν δυνητικά να συγκλίνουν, σε κάποιες περιπτώσεις. Ήταν η σύγκρουση ανάμεσα στις «δυνάμεις του φωτός και τις δυνάμεις του σκότους», όπως το είχε περιγράψει με ακρίβεια, με το χαρακτηριστικό του τρόπο, ο Μένιος Κουτσόγιωργας, Λογική συνεπαγωγή ήταν ότι οι δυνάμεις του σκότους «δεν δικαιούνται δια να ομιλούν», όπως ο ίδιος είχε υποστηρίξει με τα ιδιότυπα ελληνικά του.

Αυτή η πρακτική συνεχίστηκε, με βραχύβια διαλείμματα, σε όλη τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης. Η εκάστοτε αντιπολίτευση συστηματικά κατήγγελλε την κυβέρνηση ως μειοδότες, προδότες, κλέφτες, απατεώνες, αρχιερείς της διαπλοκής, επάρατη δεξιά κλπ, για να υποστεί τα ίδια όταν ερχόταν η σειρά της να κυβερνήσει. Τα κόμματα εξουσίας ποτέ δεν επιδίωξαν πραγματικά τη συναίνεση και τη συνεννόηση μπροστά στα κολοσσιαία προβλήματα του τόπου. Αντίθετα, επένδυσαν πολιτικά και κεφαλαιοποίησαν στην εύκολη καταγγελία, τον αρνητισμό και την ισοπέδωση. Ποδοσφαιροποίησαν την πολιτική ζωή και διαμόρφωσαν φανατικούς οπαδούς, ορκισμένους εχθρούς των αντιπάλων οπαδών. Τα κόμματα εξουσίας, ακόμα και όταν υποχρεώθηκαν να συμμετάσχουν σε βραχύβιες κυβερνήσεις συνεργασίας, έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να τις υπονομεύσουν και να τις εξευτελίσουν.

Ακριβώς η ίδια κατάσταση επικράτησε και στο χώρο της Αριστεράς. Το μοναδικό κείμενο μιας πραγματικά συναινετικής πολιτικής πρότασης και ενός άλλου πολιτικού πολιτισμού, «Οι Στόχοι του Έθνους»[2] του ΚΚΕ εσωτερικού, καθώς και οι πολιτικές επιλογές που υποδείκνυε, αντιμετωπίστηκαν από τη μεγάλη πλειοψηφία του αριστερού ακροατηρίου ως εκκεντρικότητες διανοουμένων, αποκομμένων από την πραγματικότητα. Το ΚΚΕ κέρδισε την ενδοαριστερή μάχη κατά κράτος. Στη συνέχεια αυτοπεριχαρακώθηκε αυτιστικά στην ορθοδοξία της καταγγελίας του καπιταλισμού, και ο Συνασπισμός, σημείο, υποτίθεται, συνάντησης της ανανεωτικής αριστεράς και μιας «ανοιχτόμυαλης» μερίδας του ΚΚΕ, μεταλλάχθηκε στο απερίγραπτο μόρφωμα του ΣΥΡΙΖΑ.

Ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της χρεοκοπίας του πολιτικού μοντέλου της Μεταπολίτευσης να είναι η αδυναμία, για περισσότερο από 30 χρόνια, να εκλεγεί διοικητικό συμβούλιο και πρόεδρος στην ΕΦΕΕ. Σε έναν ιδιαίτερα πολιτικοποιημένο χώρο, όπως είναι ο φοιτητικός, με κυριαρχία και ηγεμονία, για πολλά χρόνια, των ιδεών της Αριστεράς, οι παραταξιακές σκοπιμότητες τορπίλισαν τη στοιχειώδη συναίνεση που χρειαζόταν για να υπάρξει μια κεντρική εκπροσώπηση του φοιτητικού κόσμου.

Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Π. Κ. Ιωακειμίδης, «στην Ελλάδα απουσιάζει η “κουλτούρα της συναίνεσης”. Είμαστε μια βαθύτατα συγκρουσιακή χώρα. Άλλωστε, μια χώρα που σχετικά πρόσφατα πέρασε μέσα από την αιματοχυσία ενός εμφυλίου πολέμου και παλαιότερα από διχασμούς, δεν (μπορεί τελικά να) έχει ούτε την ιστορική εμπειρία ούτε τις ισχυρές αξιολογικές κατηγορίες για συναίνεση. Αν τις είχε δεν θα είχε ενδεχομένως διολισθήσει ούτε στον Εμφύλιο ούτε στους διχασμούς. Και ας αφήσουμε το εύκολο παραμύθι ότι για όλα αυτά ευθύνονται οι “ξένες δυνάμεις”»[3].

Για την πληρότητα της παρουσίασης, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι όσα αναφέρθηκαν παραπάνω δεν είναι αποκλειστικό χαρακτηριστικό της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας. Αντίθετα, η ελληνική πολιτική ιστορία βρίθει από διχαστικά φαινόμενα και από έλλειψη ουσιαστικού πολιτικού διαλόγου: Γεώργιος Παπανδρέου-Παλάτι, Μετεμφυλιακός αυταρχισμός της Δεξιάς, Εμφύλιος Πόλεμος, Εθνικός Διχασμός με Βενιζέλο-Κωνσταντίνο, Τρικούπης-Δηλιγιάννης, εμφύλιες συρράξεις το 1823, μόλις δύο χρόνια μετά την Επανάσταση του 1821, όλα αυτά είναι σταθμοί μιας πολιτικής ιστορίας που έχει τη μετωπική σύγκρουση στον πυρήνα της λογικής της[4].

Η κρίσιμη μάζα: Η επαναστατική γυμναστική, η ανομία και το πανεπιστημιακό άσυλο

Μέσα σε αυτόν το βιότοπο της καθολικής άρνησης και της δαιμονοποίησης του πολιτικού διαλόγου αναπτύχθηκε μια κρίσιμη μάζα, στην οποία το πρόταγμα της βίας ήταν καθοριστικό. Πρόκειται για τις διάφορες αριστερίστικες και αναρχικές συσσωματώσεις οι οποίες για πολλά χρόνια επιδίδονταν σε ασκήσεις βίας, ως ένα είδος επαναστατικής γυμναστικής. Προνομιακός τόπος ανάπτυξής τους οι πανεπιστημιακοί χώροι, δεδομένου ότι εκεί ίσχυε και συνεχίζει να ισχύει το περίφημο πανεπιστημιακό άσυλο, παρά την πρόσφατη νομοθετική κατάργησή του. Οι ολοκληρωτικού τύπου πρακτικές παρεμπόδισης εξετάσεων ακόμα και σε σχολές που οι φοιτητές είχαν αποφασίσει να μη συνεχιστούν οι καταλήψεις, οι νοθείες σε αποτελέσματα ψηφοφοριών γενικών συνελεύσεων, τα περιφερόμενα τάγματα εφόδου, όλα αυτά αποδεικνύουν ότι το λεγόμενο φοιτητικό κίνημα έχει εκφυλιστεί σε αυτονομημένο θύλακα ολοκληρωτικών αντιλήψεων και πρακτικών όπου η πολιτική βία είναι αυτονόητο συνακόλουθο της «επαναστατικής αλήθειας».

Μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να κατανοήσω πώς μια δημοκρατική κατάκτηση που σκοπό είχε την προστασία της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών, εκφυλίστηκε σταδιακά σε λιμενοβραχίονα προστασίας βίαιης επιβολής απόψεων σε όσους διαφωνούσαν. Το ίδιο δύσκολο μου είναι να κατανοήσω την κοινωνική ανοσία που περιέβαλε αυτές τις πράξεις. Καθηγητές προπηλακίστηκαν, κτίστηκαν τα γραφεία τους, κρατήθηκαν όμηροι, και η συντεταγμένη πολιτεία δεν μπορούσε να παρέμβει στο όνομα του πανεπιστημιακού ασύλου. Περιστατικά βανδαλισμών και αιματηρών συγκρούσεων, ακόμα και ανάμεσα σε αντίπαλες ακροαριστερές ομάδες ήταν πλέον σύνηθες φαινόμενο. Αυτοί οι πυρήνες της βίας σιγά-σιγά εξακτινίστηκαν και σε άλλους χώρους, όπως τα Εξάρχεια, ενώ άρχισαν και οι συγκρούσεις με τους ακροδεξιούς οπαδούς της βίας, όπως έγινε στον Άγιο Παντελεήμονα.

Αυτή η ιδιότυπη ανοχή στη βία είναι, εν πολλοίς, παράγωγο της ανοχής στην ανομία που παρατηρείται για πολλά χρόνια στη χώρα. Ο καθένας δικαιούται, χωρίς συνέπειες, να κλείνει λιμάνια και αεροδρόμια, να σηκώνει τις μπάρες στα διόδια και να διακηρύσσει, χωρίς συνέπειες, ότι «δεν πληρώνει». Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμα και η σύγκλητος του Πανεπιστημίου Αθηνών θεωρεί ότι είναι δικαίωμά της να εκδίδει ανακοινώσεις όπως αυτή: «Καλούμε όλα τα Πανεπιστημιακά Ιδρύματα διδάσκοντες – φοιτητές – εργαζόμενους σε κοινό αγώνα για την ανατροπή των επαίσχυντων διατάξεων που προωθούνται στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Διαμηνύουμε στην Κυβέρνηση πως ακόμα και αν ψηφίσει το νομοσχέδιο πραξικοπηματικά, δε θα προχωρήσουμε στην εφαρμογή του, αλλά από το Σεπτέμβρη θα προχωρήσουμε σε κινητοποιήσεις, ακόμα και σε αναστολή της λειτουργίας του Ιδρύματος.» 

Ακόμα και όταν τα πράγματα σοβάρεψαν με τους νεκρούς της Marfin, η ελληνική κοινωνία συνέχιζε να παρακολουθεί το φαινόμενο της βίας με παγερή αδιαφορία. Δεν είναι τυχαίο ότι όταν έγινε απόπειρα να οργανωθούν, μέσω facebook, συγκεντρώσεις ενάντια στη βία, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, η συμμετοχή ήταν αμελητέα. Η κοινωνική αδιαφορία και ανοσία απέναντι στο φαινόμενο, οδήγησε εν τέλει στο τρίτο στάδιο, στη σπίθα που άναψε φωτιά στον κάμπο.

Η σπίθα που άναψε φωτιά στον κάμπο: το τέλος της Μεταπολίτευσης

Η πρώτη ένδειξη για τη μαζικοποίηση της βίας ως ευρύτερου κοινωνικού φαινομένου, παρότι ακόμα μειοψηφικού, ήλθε το Δεκέμβριο του 2008. Έχω και αλλού υποστηρίξει ότι η «εξέγερση του Δεκέμβρη» δεν ήταν μια εξέγερση απόκληρων, όπως φαντασιωνόταν η αντισυστημική Αριστερά, αλλά μια επίδειξη βίας ανασφαλών και φοβισμένων για το μέλλον νέων, «κακομαθημένων παιδιών». Ήταν μια εξέγερση οργισμένων νέων που προεξοφλούσαν τη μελλοντική διάψευση των προσδοκιών οι οποίες καλλιεργήθηκαν σε αυτούς από τις οικογένειές τους, από εμάς τους ίδιους, κυρίως από τη δική μας γενιά, τη γενιά της Μεταπολίτευσης. Προσδοκιών που, στις περισσότερες περιπτώσεις, συμπυκνώνονταν στο δίπολο της διεκδίκησης του μείζονος με την ήσσονα προσπάθεια, συνήθως μέσω του διορισμού στο δημόσιο[5]. Προσδοκιών που ήταν, φυσικά, αδύνατο να εκπληρωθούν. Από τότε, το μικρόβιο της βίας εισήλθε ομοιοπαθητικά στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας.

Όταν φέτος έγινε φανερό ότι όχι μόνον οι προσδοκίες των νέων αλλά και όσων ήταν σε ηλικία παραγωγική κατέρρευσαν, τότε η φωτιά απλώθηκε για καλά. Το τέλος του μεταπολιτευτικού μοντέλου, το τέλος των κεκτημένων, δεν άφηναν καμιά αμφιβολία ότι δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής. Βιαιοπραγίες, ύβρεις, προπηλακισμοί, χουλιγκανισμοί, ματαιώσεις εκδηλώσεων, απλώθηκαν αστραπιαία σε όλη την Ελλάδα εναντίον του πολιτικού προσωπικού. Η κοινωνία, όταν δεν συμμετείχε, τα ενέκρινε πλειοψηφικά. Το τέρας του Φρανκενστάιν κυκλοφορούσε και κυκλοφορεί ελεύθερο στους δρόμους. Η έλλειψη κουλτούρας διαλόγου, η ανοχή στο φαινόμενο, η ύπαρξη μιας κρίσιμης μάζας, η κοινωνική νομιμοποίηση του φαινομένου, όλα αυτά οδήγησαν στην πλειοψηφική υιοθέτησή του από την ελληνική κοινωνία.

Το αυγό του φιδιού εκκολάφθηκε.

Μια απόπειρα εξήγησης:

Το εκρηκτικό μείγμα απουσίας κοινωνικού συμβολαίου, προνεωτερικότητας και λαϊκισμού

Η περιγραφή και η διάγνωση ενός κοινωνικού φαινομένου κινδυνεύει να μείνει μετέωρη εάν δεν γίνει απόπειρα εξήγησης του φαινομένου. Διακινδυνεύω, ως υπόθεση εργασίας, την προσέγγιση ότι για το φαινόμενο της κοινωνικής βίας τα αίτια πρέπει να αναζητηθούν στο εκρηκτικό μείγμα, ένα είδος κοκτέιλ μολότοφ, απουσίας κοινωνικού συμβολαίου, προνεωτερικότητας και λαϊκισμού. Εξηγούμαι:

Στα έθνη-κράτη της νεωτερικότητας, η θεμελιώδης αρχή συγκρότησης των κοινωνιών ήταν η μετάβαση, από τον προ-πολιτικό άνθρωπο στον κοινωνικά ενταγμένο πολίτη. Η βάση αυτής της διαδικασίας ήταν το περίφημο «κοινωνικό συμβόλαιο» του Τζον Λοκ και του Ζαν Ζακ Ρουσώ[6], κορυφαίο επίτευγμα του Διαφωτισμού και του Δυτικού Πολιτισμού. Όπως έχει χαρακτηριστικά γραφεί, «το “κοινωνικό συμβόλαιο” ήταν το πιο συγκλονιστικό κοινωνικό μήνυμα που είχε λάβει ο δυτικός κόσμος, από την εποχή του πρώιμου χριστιανισμού»[7]. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος συγκροτεί κοινωνίες, οφείλει να διασφαλίσει την ευτυχία και την ευημερία τους. Αυτό γίνεται μέσω της αυτόβουλης αποδοχής του κοινωνικού συμβολαίου, που συγκροτεί μια πράξη υπέρτατης δέσμευσης ευθύνης απέναντι στο κοινό καλό και το γενικό συμφέρον. Αυτή η αποδοχή, συνεπάγεται δικαιώματα, υποχρεώσεις και κυρώσεις, ρυθμίζοντας επιπρόσθετα και τις σχέσεις αρχόντων-αρχομένων. Με αυτό το συμβόλαιο, ο πολίτης της νεωτερικότητας συμφωνεί αυτόβουλα να εγκαταλείψει κάποιες από τις ελευθερίες που είχε στη φύση, προ-πολιτικά, προ-κοινωνικά και να τις παραχωρήσει στην πολιτική εξουσία, αποδεχόμενος και τις κυρώσεις από την παραβίαση αυτών των κανόνων. Ιδιαίτερα σύμφωνα με τον Τζον Λοκ, οι άνθρωποι, ως κοινωνικοί, δημιουργικοί, σώφρονες και λογικοί είχαν κάθε συμφέρον και ενδιαφέρονταν να συγκροτήσουν πολιτισμένες κοινωνίες. Γι’ αυτό και προχωρούσαν στη σύναψη ενός κοινωνικού συμβολαίου με το κράτος με αμοιβαίους όρους. Αποδέχονταν να περιορίσουν την ελευθερία τους και σε αντάλλαγμα το κράτος έπρεπε να εγγυηθεί για τη διασφάλιση των φυσικών τους δικαιωμάτων: της ζωής, της ελευθερίας, της ιδιοκτησίας.

Υποστηρίζω ότι το κοινωνικό συμβόλαιο δεν μπόρεσε ποτέ να ενσωματωθεί οργανικά στη λογική και τη λειτουργία του ελληνικού έθνους-κράτους και της ελληνικής κοινωνίας. Από τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του, ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός χαρακτηρίστηκε από τον ιδιότυπο «κλεφταρματωλιτισμό», που παρεμπόδισε τη συγκρότηση ενός «κανονικού» κράτους. Το «μωραΐτικο σύστημα», όπως το περιέγραψαν οι Βερέμης και Κολιόπουλος, συνεχίζει να επιβιώνει και στις ημέρες μας, ακυρώνοντας στην πράξη κάθε απόπειρα θεσμικού εκσυγχρονισμού. Έτσι στήθηκε το κοινωνικό σκηνικό των φαινομένων που παρατηρούμε σήμερα.

Εκτός από αυτή την, κοινωνιολογική, προσέγγιση, που αφορά στο μακρο-επίπεδο, μπορούμε να παρατηρήσουμε, στο μικρο-επίπεδο, από μια ανθρωπολογική οπτική γωνία, ότι στην ελληνική κοινωνία είναι ακόμα και σήμερα έντονες οι επιβιώσεις προ-κοινωνικών, προ-πολιτικών, δηλαδή εν τέλει προνεωτερικών νοοτροπιών και αντιλήψεων. Το φαινόμενο αυτό επιτάθηκε ιδιαίτερα από τη Μεταπολίτευση του 1974 και μετά, όπου σε ατομικό επίπεδο συντελέστηκε ένα είδος «ανθρωπολογικής καταστροφής». Σχηματοποιώντας αναγκαστικά, μπορούμε να πούμε ότι ο Έλληνας της Μεταπολίτευσης κοινωνικοποιήθηκε με όρους κακομαθημένου παιδιού, που τα θέλει όλα, εδώ και τώρα, που έχει μόνο δικαιώματα και όχι υποχρεώσεις και που φυσικά κάθε κύρωση τού είναι αδιανόητη. Το γενικό συμφέρον αποσαρθρώθηκε ως έννοια κοινά αποδεκτή, και υποκαταστάθηκε από τον ακραίο ατομισμό και συντεχνιασμό. Σε επίπεδο ανθρωπολογικό αυτό σημαίνει ότι το κράτος νοείται από τα άτομα ως κάτι απολύτως ξένο, που μόνο σκοπό έχει την καταπίεσή τους και το οποίο πρέπει να απομυζήσουμε με κάθε τρόπο. Ο Στέλιος Ράμφος, περιγράφει με ακρίβεια το φαινόμενο, δίνοντάς του μια ευρύτερη-διαχρονική διάσταση, που υπερβαίνει τα όρια της Μεταπολίτευσης: «Οι ρίζες του προβλήματος, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι πήγαμε να φτιάξουμε ένα νεωτερικό κράτος κρατώντας τον παλιό μας εαυτό. Ο οποίος συνίσταται στο γεγονός ότι οι νόμοι που διέπουν τις σχέσεις της οικογενείας, του σιναφιού, της συντεχνίας, της τοπικότητος κ.τ.λ. υπερισχύουν των νόμων του κράτους. Αυτός είναι ο πρώτος κανόνας για την διαφθορά. Δηλαδή, το αίσθημά μου για τον γιο μου, τον κουμπάρο, τον μπατζανάκη μου είναι ισχυρότερο από ό,τι επιτάσσει ο νόμος. Επομένως θα καταστρατηγήσω το Α.Σ.Ε.Π. για να τον διορίσω. Φτιάξαμε ένα σύγχρονο κράτος για να κοροϊδεύουμε, υποτίθεται, τους “Φράγκους”, αλλά το αιμοδοτήσαμε με την παλιά μας νοοτροπία. Σύμφωνα με την παλιά νοοτροπία τα στοιχεία του αίματος και του τόπου καθορίζουν τις όποιες μας επιλογές. Το βλέπουμε το 1821, οπότε εκδηλώνεται για καλά η σύγκρουση των στρατιωτικών με τους πολιτικούς, που ήθελαν να φτιάξουν κράτος. Το 1823 έχουμε κιόλας εμφύλιο πόλεμο!»[8]. Ακόμα και εάν είναι συζητήσιμο το εάν αυτό το φαινόμενο μπορεί να παρατηρηθεί, στην ίδια τουλάχιστον ένταση, διαχρονικά για 190 χρόνια[9], η περιγραφή του απεικονίζει πιστά την Ελλάδα της Μεταπολίτευσης.

Το ερώτημα που τίθεται αυτομάτως, είναι: Φταίει η απουσία κοινωνικού συμβολαίου, η ατελής κοινωνική δομή, ή φταίνε οι άνθρωποι, με τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές τους για τα φαινόμενα που έχουμε περιγράψει; Απάντηση σε αυτό είναι δύσκολο να δοθεί, δεδομένου ότι πρόκειται για το αποκαλούμενο, στις κοινωνικές επιστήμες, structure/agency problem. Το πρόβλημα αυτό θέτει το ζήτημα της πρωτοκαθεδρίας της κοινωνικής δομής (structure) ή της πολιτικής διαμεσολάβησης των ατόμων και των συλλογικών φορέων τους (agency). Με άλλα λόγια, πρέπει να διερευνηθεί με ποιους τρόπους η δομή επηρεάζει τους ανθρώπους και πώς με τη σειρά της επηρεάζεται από αυτούς.

Για πολλά χρόνια στις κοινωνικές επιστήμες το επικρατούν παράδειγμα ήταν ο κυρίαρχος ρόλος της κοινωνικής δομής. Η άποψη αυτή έχει δεχθεί ισχυρή κριτική τα τελευταία χρόνια[10], και θεωρείται πλέον μάλλον ξεπερασμένη. Οι επικριτές της επισημαίνουν ότι ο κοινωνικός ή οικονομικός ντετερμινισμός είναι πολύ δύσκολο να εξηγήσουν από μόνοι τους το πολύπλοκο κοινωνικό γίγνεσθαι. Με τα λόγια της Sheri Berman, σε ό,τι αφορά στα πολιτικά κόμματα, αυτά «δεν είναι δύσμοιρα θύματα του οικονομικού ή του δημογραφικού τους περιβάλλοντος, αλλά επίσης ενεργοί διαμορφωτές της δικής τους μοίρας»[11]. Πολλοί μελετητές, ανάμεσα στους οποίους και ο Anthony Giddens[12], έχουν υποστηρίξει ότι τόσο η κοινωνική δομή όσο και η πολιτική διαμεσολάβηση βρίσκονται σε διαρκή αλληλεξάρτηση και συνεχή μετασχηματισμό και μετάλλαξη. Οι επιλογές των υποκειμένων δεν είναι αναπόδραστες, όπως θα πρότεινε μια πρωτόγονη μαρξιστική προσέγγιση, βασισμένη στους «σιδερένιους νόμους της Ιστορίας». Άτομα και δομές, μέσω της αλληλεπίδρασής τους, δημιουργούν νέες δομές, νέες νοοτροπίες και συμπεριφορές.

Αξίζει στην ανάλυςή μας, εκτός από το μακρο και το μικρο επίπεδο να προσθέσουμε μια ακόμα κρίσιμη παράμετρο, το μεσο-επίπεδο. Το μεσο-επίπεδο, για πολλά χρόνια αγνοημένο και περιθωριακό στις κοινωνικές επιστήμες, εστιάζει σε τοπικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις στις οποίες συμμετέχουν τα άτομα και μέσω των οποίων δρουν και κοινωνικοποιούνται[13]. Ίσως σε αυτό το επίπεδο να συντελέσθηκε η μεγαλύτερη καταστροφή στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Η στεβλή αντίληψη περί συνδικαλισμού, κρατικοδίαιτου και βαθύτατα συντεχνιακού, οδήγησε σε μια σχέση εξαγοράς συνειδήσεων και ψήφων. Το μεσο-επίπεδο απέκτησε τερατώδεις διαστάσεις και εν πολλοίς αυτονομήθηκε και από το κράτος, αλλά και από αυτούς που υποτίθεται ότι θα έπρεπε να εκπροσωπεί. Τα αποτελέσματα είναι ιδιαίτερα ορατά στις ημέρες μας, με όλες τις προσπάθειες εξορθολογισμού πελατειακών ρυθμίσεων να συναντούν λυσσώδη αντίδραση από τις κάθε είδους συντεχνίες. Το πελατειακό σύστημα στην Ελλάδα, είχε δύο κατηγορίες αποδεκτών: τα άτομα και τις συντεχνίες. Παρότι ποσοτικά στοιχεία δεν είναι διαθέσιμα, είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι οι ευνοϊκές προς τις συντεχνίες διευθετήσεις είχαν πολύ μεγαλύτερο κόστος από τις ατομικές εξυπηρετήσεις.

Οι τρεις παράμετροι που περιγράψαμε ανωτέρω, για το μακρο, μικρο και μέσο επίπεδο, συγκροτούν αυτό που στις κοινωνικές επιστήμες είναι γνωστό ως η πλευρά της ζήτησης (demand-side). Επειδή όμως «η πολιτική αφορά στη σχέση της προσφοράς (supply-side) με τη ζήτηση (demand-side)»[14] πρέπει να εντοπίσουμε τι είναι αυτό που προσφέρεται και που ενεργοποιεί τη ζήτηση. Αξίζει να επισημάνουμε ότι είναι πλέον επιστημονικά αποδεκτό ότι οι θεωρίες της ζήτησης δεν μπορούν από μόνες τους να ερμηνεύσουν πολύπλοκα κοινωνικά φαινόμενα. Δημιουργούν ένα ευνοϊκό περιβάλλον, είναι η αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για την εξήγηση κοινωνικών φαινομένων. Αυτό το κενό καλύπτουν οι θεωρίες της προσφοράς, που στην περίπτωση μας είναι η ιδεολογία του λαϊκισμού, κυρίαρχη στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Ο λαϊκισμός είναι μια ιδεολογία που θεωρεί ότι η κοινωνία χωρίζεται σε δύο ομοιογενείς και ανταγωνιστικές δυνάμεις, στον «αγνό λαό» έναντι της «διεφθαρμένης ελίτ», και υποστηρίζει ότι η πολιτική θα έπρεπε να είναι η έκφραση της γενικής θέλησης (volonte general) του λαού[15]. Στη λαϊκιστική αντίληψη περί δημοκρατίας τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό από τη «γενική θέληση του λαού», ούτε τα ανθρώπινα δικαιώματα ούτε οι συνταγματικές εγγυήσεις.

Ο προνεωτερικός άνθρωπος, διαμορφωμένος από, και διαμορφώνοντας, την απουσία κοινωνικού συμβολαίου, ενθαρρυνόμενος από τη συνδικαλιστική ρητορεία και πρακτική, εσωτερικεύει, εγκολπώνεται και ενστερνίζεται τη λαϊκιστική ιδεολογία.

Ο λαϊκισμός βόλευε απόλυτα όλους. Το κράτος ήταν το λάφυρο για τον προνεωτερικό άνθρωπο του 21ου αιώνα. Κάποια στιγμή όμως συνειδητοποιεί ότι το κράτος δεν έχει τίποτα να μοιράσει. Τότε αντιδρά σαν θυμωμένο παιδί που του πήραν τα παιγνίδια του, επιστρέφοντας στην προ-κοινωνική, προ-πολιτική εποχή. Με τα λόγια του Ανδρέα Πανταζόπουλου: «Ο μεταπολιτευτικός κομφορμισμός των ελίτ, παρά τις αδιαμφισβήτητα θετικές υπηρεσίες που αυτές προσέφεραν στην αποκατάσταση της πολιτικής και κοινωνικής δημοκρατίας, εξετράπη σε έναν άναρχο και ανομικό δημοκρατισμό, σε ένα “σύστημα” που καθήλωσε τα υποκείμενά του στην παιδική τους ηλικία. Οι “αντιφατικές” συμπεριφορές του σημερινού νεο-πολίτη είναι προϊόν της απο-πολιτικής, από τη στιγμή που ο λαϊκισμός ως κυβερνητική σταθερά τερμάτισε τον βίο του: έντρομος αυτός ο νεο-πολίτης ενώπιον της πρωτόγνωρης απειλής αλλά και της πραγματικότητας της οικονομικής κρίσης που τον οδηγεί στην κοινωνική του πτώση, την αντιμετωπίζει συγκινησιακά, ακραία, χαοτικά. Αδυνατεί να συμφιλιωθεί με την “αβίωτη” πραγματικότητα μιας αιφνίδιας ενηλικίωσης, που σημαίνει ότι δεν έχει τα εφόδια, δεν διαθέτει την εσωτερική δύναμη να κοιτάξει μέσα του, τον ίδιο του τον εαυτό, να πάρει τις αναγκαίες αποστάσεις από τη θρυμματισμένη πλέον αυτο-εικόνα του. Ο σημερινός νεο-πολίτης ζει μέσα στο τραύμα της Μεταπολίτευσης, νοσταλγεί ένα ριμέικ, την ανέφικτη επιμήκυνση του μεταπολιτευτικού “χρέους”»[16]. Ο «δημοκρατισμός» της Μεταπολίτευσης, επέτρεψε στα υποκείμενα της ιστορίας και τα ενθάρρυνε να επιστρέψουν στην προ-πολιτική εποχή, να λησμονήσουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινωνικό συμβόλαιο της νεωτερικότητας.

Πρέπει εδώ να επισημανθεί, ότι προφανώς και οι ευθύνες των πολιτικών είναι τεράστιες στη διαμόρφωση του φαινομένου. Όχι όμως επειδή «τα έφαγαν», όπως ισχυρίζεται η λαϊκιστική ρητορεία. Πρέπει να τους εγκαλέσουμε επειδή, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Τάκης Μίχας, «η ευθύνη τους βρίσκεται κυρίως στην δημιουργία και διαιώνιση του πελατειακού κράτους. Και στο πελατειακό κράτος, όπως το λέει και ο όρος, ωφελούνται επίσης και κυρίως “οι πελάτες”. Οι οποίοι σε ένα δημοκρατικό και “φιλολαϊκό” σύστημα όπως το ελληνικό, δεν αποτελούν ένα καθόλου ευκαταφρόνητο μέγεθος –πιθανότατα να είναι άνω του 50% των ψηφοφόρων των δυο μεγάλων κομμάτων»[17].

Στη θεωρία των παιγνίων, ο προνεωτερικός Έλληνας είναι ο καιροσκόπος, ο μικροαπατεώνας, όπως πρόσφατα επισήμανε ο Αρίστος Δοξιάδης[18]. Με τα λόγια του Ανδρέα Πανταζόπουλου «αυτός ο ανθρωπολογικός τύπος που, συνειδητά ή ασυνείδητα, ενσαρκώνει και διαμηνύει ότι “ο άνθρωπος είναι ό,τι αισθάνεται” (Στ. Ράμφος), η ασάλευτη φιγούρα μιας ηθικής ευαισθησίας που όταν επιχειρεί να γίνει “λόγος” εκβάλλει στις “φαντασιώσεις και στο παραλήρημα”. Ασάλευτη, γιατί κείται εκτός χρόνου, εκτός Ιστορίας…».

Μια επιπρόσθετη εξήγηση: Ο ρόλος των διαμορφωτών της κοινής γνώμης

Σε όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, πρέπει να προστεθεί και ο καθοριστικός ρόλος που διαδραματίζουν στην κοινωνική νομιμοποίηση του φαινομένου της βίας κάποια μέσα ενημέρωσης και κάποιοι πολιτικοί σχηματισμοί. Η πολιτική τους αφετηρία είναι ένας αχαλίνωτος λαϊκισμός και το βασικό τους επιχείρημα είναι το ακόλουθο: Η κοινωνική βία είναι η αναπόφευκτη αντίδραση των πολιτών στην κρατική βία και καταστολή. Με τα λόγια του Αλέξη Τσίπρα, «καταδικάζουμε τη βία, αλλά αντιλαμβανόμαστε την αγανάκτηση όλων εκείνων που αντιδρούν βίαια απέναντι στη βία του Μνημονίου».

Θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ότι πρόκειται για μεμονωμένο φαινόμενο, που περιορίζεται στον ΣΥΡΙΖΑ. Πρόσφατα στα ΝΕΑ, ο Γιάννης Η. Χάρης, έγραψε ότι «χωρίς να διαφωνεί κανείς στην καταδίκη της βίας, σκέφτεται πάντως πως το ένα δέκατο της ηθικής αγανάκτησης, των αναλύσεων και των παρεμβάσεων που εκδηλώνονται αποκλειστικά το τελευταίο διάστημα, το ένα δέκατο λέω να είχε εκδηλωθεί όλα αυτά τα χρόνια για την άλλη βία, την κρατική, θα κατείχαμε τα πρωτεία σαν χώρα υπόδειγμα κράτους δικαίου»[19]. Ο Γιάννης Τριάντης της Ελευθεροτυπίας έχει μιλήσει για τη «λυτρωτική χροιά της βίας» και για την «αναπόφευκτη κοινωνική βία απέναντι στον αυταρχισμό της καθεστωτικής βίας».

Τα επιχειρήματα αυτά είναι εντελώς αβάσιμα και έωλα. Ας ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα. Στις φιλελεύθερες δημοκρατίες, το μονοπώλιο της βίας ανήκει, θεσμικά, στο κράτος. Οι όποιες καταχρήσεις αυτού του δικαιώματος πρέπει να τιμωρούνται στα πλαίσια των θεσμών. Κανένας δεν έχει το δικαίωμα, σε μια αντιπροσωπευτική δημοκρατία, να βαφτίζει τη διαφορετική άποψη «βία του Μνημονίου» και να προπηλακίζει όποιον δεν συμφωνεί με τις θέσεις του. Για τη διαφωνία, υπάρχουν οι εκλογές και οι ειρηνικές διαμαρτυρίες. Ας θυμηθούμε και πάλι το κοινωνικό συμβόλαιο: «Να βρεθεί μια μορφή συνένωσης που θα υπερασπίζεται και θα προστατεύει με όλη τη δύναμη από κοινού το πρόσωπο και τα αγαθά κάθε μέλους, ούτως ώστε ο καθένας, καθώς ενώνεται με όλους, να υπακούει ωστόσο μόνο στον εαυτό του και να παραμένει το ίδιο ελεύθερος όσο και πριν. Αυτό είναι το θεμελιώδες πρόβλημα στο οποίο το Κοινωνικό συμβόλαιο δίνει τη λύση» (υπογραμμίσεις δικές μας).

Η κοινωνική και πολιτική βία καταλύει τη δημοκρατία. Η κάθετη εναντίωση που εκφράζω στην κοινωνική και πολιτική βία δεν προέρχεται από μια αφηρημένη και ανιστορική ηθικολογία. Είναι βαθύτατα πολιτική: Η εμπειρία έχει δείξει, στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, ότι στο βάθος της κοινωνικής και πολιτικής βίας, από όπου και αν προέρχεται, παραμονεύει η ακροδεξιά και ο αυταρχισμός. Με τα λόγια του Θανάση Τριαρίδη: «Έτσι επιμένω στο ίδιο αμόνι – και όσο πιο καθαρά μπορώ: Η πολιτική βία είναι πάντοτε φασιστική, από όπου κι αν προέρχεται. Όσοι την ασκούν (είτε με το ρόπαλο, είτε με την πέτρα, είτε με το πιστόλι, είτε με τη βόμβα είτε με όποιον άλλο τρόπο) είναι διαφόρων διαβαθμίσεων νεοναζί. Και όσοι σιωπούμε απέναντι σε τούτη την πολιτική βία, είτε περιμένοντας να δούμε αν αυτοί που την άσκησαν είναι οι “δικοί μας” “καλοί” δολοφόνοι ή οι “κακοί άλλοι», είτε θεωρώντας πως με τη σιωπή μας υπηρετούμε την ηθική τάξη της “ανώτερης ιδεολογίας” μας, είμαστε αδιαβάθμητοι συνένοχοι»[20].

Επίμετρο: Υπάρχουν περιθώρια για έναν «τελέσφορο συγκερασμό»;

Από όσα προηγήθηκαν είναι σαφές ότι το πρόβλημα της κοινωνικής βίας θέτει επί τάπητος το βαθύτερο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας, στο ατομικό επίπεδο: τη συνύπαρξη δύο εντελώς διαφορετικών ανθρωπολογικών τύπων, εκείνου του προ-κοινωνικού, προ-πολιτικού, προνεωτερικού και εκείνου που θέλει να ενεργεί με σύγχρονους όρους. Πρόκειται για έναν κοινωνικό δυϊσμό που διατρέχει οριζόντια την ελληνική κοινωνία από τη σύσταση του ελληνικού κράτους, και που στις ημέρες μας επανέρχεται με ιδιαίτερη ένταση. Κατά βάθος είναι μια βαθύτατη σύγκρουση νοοτροπιών, συμπεριφορών, πολιτισμών, ένα είδος cultural war.

Είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν οι απαραίτητοι «τελεσφόροι συγκερασμοί», για να χρησιμοποιήσω την ορολογία του Κ. Θ. Δημαρά, που κατά καιρούς επιτεύχθηκαν στην ελληνική κοινωνία, ή ο «φανατισμός της ακινησίας» και η «αναπαραγωγή της αμνησίας», με λόγια του ίδιου, θα επικρατήσουν; Είναι δυνατόν να επικρατήσει ο ορθολογισμός και να ενηλικιωθεί ο προ-πολιτικός άνθρωπος, το «κακομαθημένο παιδί»; Είναι δυνατόν να αλλάξουν δραστικά τόσο τα πολιτικά υποκείμενα όσο και τα υποκείμενα της ιστορίας;

Μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να απαντήσω. Το τέρας του Φρανκενστάιν, στο μυθιστόρημα της Σέλλεϋ, στο τέλος σκοτώνει το δημιουργό του και εξαφανίζεται. Αυτή είναι η απαισιόδοξη εκδοχή. Η αισιόδοξη είναι ότι εάν τα καταφέρουμε και αυτή τη φορά, θα επιβεβαιωθεί η ιδέα που, με σχεδόν εμμονικό τρόπο, διατρέχει το έργο του Γιάννη Βούλγαρη: «χονδρικά, από τα μέσα του 18ου αιώνα, η Ελλάδα πότε με εθνική φανφάρα και πότε με εθνική μουρμούρα, κατορθώνει να παρακολουθεί τα μεγάλα ραντεβού της Ιστορίας, τους μεγάλους μετασχηματισμούς που συντελούνται στην ομάδα των προηγμένων ευρωπαϊκών χωρών. Μπορούμε να το παρομοιάσουμε κάπως έτσι: η Ελλάδα ταξιδεύει με το καλύτερο τρένο που υπάρχει στον κόσμο, αλλά πάντα είναι επιβάτης του τελευταίου βαγονιού, φτάνει καθυστερημένα και ανεβαίνει την τελευταία στιγμή»[21].

Μακάρι να είναι έτσι. Προς το παρόν είμαστε στο σταθμό, παρατηρούμε και περιμένουμε.

[1] Ένας στους δύο πολίτες τάσσονται υπέρ των προπηλακισμών βουλευτών, σύμφωνα με δημοσκόπηση της Kαπα Research που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Το Βήμα της Κυριακής, στις 10 Ιουλίου 2011. Πιο συγκεκριμένα, ένα ποσοστό 49,6% αναφέρει ότι εγκρίνει τα επεισόδια σε βάρος βουλευτών, ενώ ποσοστό 40,5% τα αποδοκιμάζει.

[2] Στα πλαίσια ενός αναστοχασμού για τη Μεταπολίτευση, αξίζει τον κόπο να διαβάσει κανείς ξανά αυτό το κείμενο, με οπτική γωνία τι θα μπορούσε να είχε γίνει και δεν έγινε, από το 1974 και μετά. Το κείμενο περιλαμβάνεται ως παράρτημα στο βιβλίο του Λεωνίδα Κύρκου, Στιγμές III, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείου της Εστίας, 2009.

[3] Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 22 Ιουλίου 2011, άρθρο με τίτλο, «Η απουσία θεσμικής συναίνεσης – Γιατί δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη συγκρουσιακή ελληνική κουλτούρα». 
[4] Για μια περιεκτική επισκόπηση αυτής της ιστορικής πορείας, Θάνος Βερέμης-Ιωάννης Κολιόπουλος, Ελλάς η σύγχρονη συνέχεια από το 1821 μέχρι σήμερα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2006.
[5] Για περισσότερα, Πέτρος Παπασαραντόπουλος, Πολιτικό Τραβέρσο στην Ύστερη Μεταπολίτευση, Εκδόσεις Επίκεντρο, 2010.
[6] Δες John LockeΔεύτερη πραγματεία περί κυβερνήσεως – Δοκίμιο με θέμα την αληθινή αρχή, έκταση και σκοπό της πολιτικής εξουσίαςΕκδόσεις Πόλις, 2010 και Jean-JacquesRousseau, Το κοινωνικό συμβόλαιο ή Αρχές πολιτικού δικαίου, Εκδόσεις Πόλις, 2004. 
[7] Δες Roland Stromberg, Intellectual History of Modern Europe, Prentice Hall, 1975.
[8] Δες Στέλιος Ράμφος, συνέντευξη στο περιοδικό Έψιλον της Ελευθεροτυπίας, στο δημοσιογράφο Αντώνη Παγκράτη, με τίτλο «Στην Ελλάδα ισχύει απαγόρευση απελευθερώσεως δυνάμεων», στις 23-24 Απριλίου 2011.
[9] Προσωπικά διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις για τη διαχρονία του φαινομένου. Για παράδειγμα, στην μετεμφυλιακή-προδικτατορική Ελλάδα, λόγω του αυταρχικού χαρακτήρα του κράτους, αλλά και του σχετικά περιορισμένου μεγέθους του, το φαινόμενο αυτό ήταν σαφέστατα περιορισμένο.
[10] Δες Roger Eatwell, “Ten Theories of the extreme right”, στο Peter H. Merkl-Leonard Weinberg (επιμ.), Right-Wing Extremism in the Twenty-First Century, Frank Cass, 2003.
[11] Δες Sheri Berman, The life of the party, Comparative Politics 30 (1), 1997.
[12] Δες Anthony Giddens, The Constitution of Society, Polity Press, 1984 όπου προτείνει ένα νέο γενικό θεωρητικό σχήμα γνωστό ως θεωρία της δομοποίησης («structuration theory»).
[13] Δες Paul Hainsworth, (επιμ.) Η Ακροδεξιά Ιδεολογία – Πολιτική – Κόμματα, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2004.
[14] Δες Cas Mudde, Populist Radical Right Parties in Europe, Cambridge University Press, 2007, με αναλυτική παράθεση των θεωριών της προσφοράς και της ζήτησης.
[15] Όπ. παρ., σελ. 21-30. Επίσης, Margaret Canovan, “Trust the people! Populism and the two faces of Democracy”, Political Studies, 47 (1), 1999. Αξίζει να επισημανθεί ότι η «γενική θέληση του λαού», στη λαϊκιστική αντίληψη περί δημοκρατίας, δεν εκφράζεται από τους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας αλλά από το «λαό», που φυσικά την ερμηνεύει κατά το δοκούν. Επίσης αξιοσημείωτο είναι ότι σε όλες τις δυτικές δημοκρατίες παρατηρείται σημαντική ενίσχυση του λαϊκιστικού πολιτικού λόγου, με αποτέλεσμα αρκετοί μελετητές να υποστηρίζουν ότι πρόκειται για ένα σύγχρονο Zeitgeist, ένα νέο πνεύμα των καιρών.
[16] Δες Ανδρέας Πανταζόπουλος, «Ο αγανακτισμένος θέλει και νόμο και αταξία», Το Βήμα, 17 Ιουλίου 2011.
[17] Δες Τάκη Μίχα, Τα «έφαγαν» οι πολιτικοί;, στις 13 Ιουλίου 2011, στο http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.article&id=7833 (ανάκτηση 10/8/2011)
[18] Τις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες απόψεις του Αρίστου Δοξιάδη για την παρούσα κρίση μπορεί κανείς να τις βρει στο μπλογκ του http://aristosd.posterous.com
[19] Δες Γιάννης Η. Χάρης, «Κρατική και κοινωνική βία», Τα Νέα, 16 Ιουλίου 2011.
[20] Δες Θανάσης Τριαρίδης, «Η πολιτική βία είναι πάντα φασιστική», στην Athens Voice, τεύχος 345, 4 Μαΐου 2011.
[21] Δες Γιάννης Βούλγαρης, Η πρόκληση της ηγεμονίας, Εκδόσεις Πόλις, 2001.

Πηγή Μη μαδάς τη μαργαρίτα

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: