Οι ξωτάρηδες του Παρνασσού (Μέρος Β’ και τελευταίο)

Αναδημοσίευση από το blog Τσοπάνος της Αράχωβας  

Του Χρήστου Ε. Μαυρόπουλου

Μπορεί  στο  πρώτο μου σημείωμα  για τους ξωτάρηδες  του  Παρνασσού όλα  να  σας φανήκαν  αψηλοκρέμαστα,  ωραία,  θαμαστά  και  εύκολα για τη ζωή των τσοπαναραίων, που ζούνε σιμά στη μυρωδάτη  χιούτη των ελάτων, στην  τροφαντή  και πράσινη  τη χλωρασιά,  στου  Παρνασσού  την  τόση λευτεριά, που  όμοιά της έχουνε μονάχα τα πουλιά!

Κι  όμως… τους  έχω δει σε μακρινή  και  βασανιστική πορεία με τα πόδια,από  της “ΓΟΣΤΣΙΑΣ” , της  “ΑΚΟΝΑΣ”, του “ ΠΑΛΙΟΠΥΡΓΟΥ” και τ’  άλλα χειμαδιά να  ανεβαίνουν , σαν  ταπεινοί  προσκυνητές, στου  Παρνασσού  τις   αετοφωλιές, τα μαντριά !

Και  πήγαινε μπροστά,  κατάμπροστα, ο  μπιστικός  με το μουλάρι  φορτωμένο καζάνια, καρδάρες  και  τσαντίλες, ξωπίσω  τα πρόβατα, τα  σπαηλίδικα  κριάρια και  τα σκυλιά, και  παραπίσω  οι  πολυκαιρισμένοι , αγάλι – αγάλι, με  τ’ αποδέλοιπα μουλάρια φορτωμένα τίγκα  ως τη δεσιά του μπαλντιμιού, ντχάλες, βιδούρια, τρίφτες, τσουκαλοπίνακα, σκουτιά, κι  όλα  της φαμελιάς και  της δουλειάς τα χρειασίδια!

Τους έχω δει κάτω απ’ τον έλατο να τους ξεπλένει  αλύπητα η βροχή, τα σκουτιά τους να  κολλάνε  στο κορμί,  λούνες  τα  μαλλιά  τους  κολλημένα  στο μέτωπο, στο σβέρκο και  στ’ αυτιά, κι αυτοί  μ’ αφροντισιά  να υπομένουν, ν’ αντέχουν και να υπερασπίζονται  με όποιο τρόπο το μπορούν, στη  λάκκα  το κοπάδι τους,  τη γη τους, το ψωμί!

Τους  έχω δει τους λύκους να παλεύουν,  ανθρώποι και σκυλιά, ν’ αχολογάει  ο Παρνασσός  απ’  τις φωνές, τα ουρλιαχτά, να ξερηχιάζει  η γης  απ’ τα κλαριά, γυναίκες να  σταυροκοπιούνται  μ’ απανωτά  Πατερημά, ώσπου  τα ζα με τις κλωτσές τους  να καταφέρουν  να σκοτώσουν  κάνα- δυο  και να χαθούν οι αποδέλοιποι  οι λύκοι, περιχουγιάζοντας,  ουρλιάζοντας,  στα έλατα, στα  βράχια, στο γκρεμό!

Έχω ακούσει  του τσέλιγκα τη φλογέρα, νότα τη νότα να στάζει το ροδόσταμα μες στην ψυχή, και  έχω δει το μπιστικό με τέχνη να χορεύει, νιώθοντας  έτσι  το δέσιμο τ’ ανθρώπου με τη φύση και τη Μάνα γη! Θυμάμαι κάποτες ξενίστηκα  σε μαντρί, και  όλοι σηκώθηκαν  η ώρα πέντε το πρωί, ν’ αρμέξουνε τα πρόβατα,  και  στο κατόπι  ο τσέλιγκας  κι  ο μπιστικός, να φύγουνε  για τη βοσκή.

Και   η κυρά, του μαντριού  η  νοικοκυρά, Θεέ μου, πόση δουλειά! Να πλύνει, να ταγίσει τα παιδιά, το γάλα να σουρώσει, να το βράσει, να  του μετρήσει τη θερμοκρασία, να  του  βάνει την πυτιά, να πήξει, να το κόψει  και να το βάνει στην τσαντίλα. Και στο κατόπι  να σαρώσει με σκούπα  από  σπαρτιά  το μαντρί, τ’ αποκομμένα  να ταγίσει  με τριφύλλι ή κλαριά, καρπούς, να μαγειρέψει, να ‘ τοιμάσει… Το γιόμα ζύγωνε και  θά‘ ρχονταν το κοπάδι, να το αρμέξουνε  ξανά, να  φάν’ οι άντρες  και να πιούνε τον καπνό τους, και  άντε πάλι στα ξέλακκα  δουλειά!

Κείνη τη μέρα είδα και  το κριάρι  μοναχό μες στο μικρό σταλό! Κι  απόρησα, και  ρώτησα γιατί  δεν πάει με το κοπάδι!

«Το’ χει πιάσει η βαρβατίλα  τ’, τσι θα τ’ αφήσουμ’  Ιούλη  μήνα για μαρκάλου, για να ‘χουμ’  κουντά  Χριστούγεννα  τα γεννητούρια, τ’ αρνιά να πάρν’  τ’ απάνου  τ’ς ως  του Πάσχα !!!», ήρθε η απόκριση.

Κανόνιζαν  γκαστρώματα  και γεννητούρια!  Άλλα  πρώιμα  και άλλα  όψιμα! «Τσ’ αυτό  πάντα  φυλακισμένο μένει;», απόρησα.
«Ουόχι!   Άμα είν’  σι κάλμα  τσι τεμπελιά, τ’ αφήνουμ’  να πάρ’  τουν αγέρα  τ’, να  φάει τσι χλουρασιά ! Άμα, ούμους,  είν’  ου  τσιρός  τ’, του  φλάμι  τσι του καλουταγίζ’μ’,  τσι  τ’ απουλάμι  άμα του  ειπί  ου τσέλιγκας, που κάνει  τσι  του κουμάντου!»
« Τσι  άμα τ’ απουλάτι, θα γίνετ’  τ’  Κουτρούλι  ου  γάμους!», είπα χαμογελώντας. Χαμογέλασε  κι  η  κυρά  του μαντριού  και μου’ λυσε την απορία.
« Ουόχι ! Βγαίνι καμαρουτό – καμαρουτό, δυνατό,  μι ψηλά του  τσεφάλι τ’ τσι  κάνει τ’ βόλτα  τ’, γυρεύουντας  τ’ ν’ πιο  βαριοπρουκισμένη  προβατίνα απ’ τη φτιασιά τ’ς  τσι  τ’ν’  εμορφιά  τς! Τσι  ύστερα βάνει  σειρά!  Τότι  είνι  που δε  ζγώνετ’!»
«Γιατί, αγριεύ’ ;»
«Ουόχι! Ζέχνει  τσι  βρουμάει!!!»

Άλλη μέρα  πάλι  σιμά  της στάθηκα, την ώρα που’ φτιαχνε  του Παρνασσού τις  ξακουστές και νόστιμες  ΦΟΡΜΑΓΕΛΕΣ! Την  είδα να κόβει  κομματάκια το τυρί και  να το βράζει στο καζάνι με το τυρόγαλο, να το βάνει στα καλαθάκια , που’ χε πάνω στη σανίδα, να το στουπώνει, να το πιέζει καλά, και  άντε  πάλι τα καλαθάκια τώρα στο τυρόγαλο το ζεστό, το καφτερό, να το ξαναβράζει, τα χέρια  της να καίγονται, να σκάζουν τα δαχτύλια της, κι αυτή να επιμένει, και  στο κατόπι  να το βγάζει απ’ το καλαθάκι  και  να το στήνει ολόρθο πάνω στη σανίδα, να  το  αλατίζει και να τ’ αφήνει, ώσπου να ξεραθεί ! Δουλειά  με  τέχνη, μαστοριά, και  χαρακιές, σκασίματα στις  απαλάμες, στα  δαχτύλια !

ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

Σήμερα  ο  Παρνασσός  έχει  χαραχτηριστεί  Δρυμός, και  πάει,  χάθηκαν τα  βοσκοτόπια, ξενομερίτες  χτίσανε  τα σπίτια  τους, λιγόστεψαν  και οι ξωτάρηδες, τι  τα τυριά, τα κρέατα, το γάλα, τα φέρνουνε  απόξω,  και λιγοστά απόμειναν  τα μαντριά! Παλιότερα, στρατιές  ολάκερες  τα κοπάδια  ανέβαιναν στο βουνό, “ απ’ όπου του  πάσα ενός  του  προύχε”, περνούσαν ακόμα και  μέσ’ απ’ το χωριό ! Όλος  ο τρόγυρος, όλα τα γυροχώρια, και  απ’ τα πιο μακρύτερα, κι  ας ήτανε η  περιοχή μας  με σκληρή  γεωλογία  και  ηπειρωτική. Είχε  ο Μέγας,  κατάφυτος  ο Παρνασσός,  για  όλα τα “πράματα” του κόσμου καταπράσινη  και  τροφαντή  βοσκή !

Απ’ του Μαγιού στις 15 αρχίναγαν  κι  ερχόσαντε  κόσμος, ντουνιάς  ξωτάρηδες :

Απ’ την ΑΓΟΡΙΑΝΗ, ΣΟΥΒΑΛΑ, ΚΑΣΤΕΛΙΑ, ΑΤΑΛΑΝΤΗ, ΓΡΑΒΙΑ, ΠΑΥΛΙΑΝΗ, ΔΑΔΙ, ΔΑΥΛΕΙΑ, ΣΤΕΙΡΙ, ΔΕΣΦΙΝΑ, ΚΥΡΙΑΚΙ, ΔΙΣΤΟΜΟ, ΧΡΥΣΟ, ΜΑΥΡΟΝΕΡΙ, ακόμα κι  από της Αττικής τη ΜΑΝΤΡΑ. Κι ότε  που κάποιος γιόρταζε, πριν  φύγουνε, για να γεννήσουνε τα πρώιμα, αχολογούσε,  χαιρότανε  κι  ο Παρνασσός  απ’ τη  χαρά του κόσμου ! Τώρα… βγήκε απ’ τη σπηλιάδα της  η μοναξιά, κι απ’ τις  φουντοφωλιές τους περήφανοι  αητοί  πέτουνται  απάνω  απ’ τα ξωκκλήσια, τα καλοκαίρια με  την αστροφεγγιά,  έχει ‘ ρημώσει  κι ο ΤΥΡΓΙΑΣ, και τα καρκάρια που  βάζαν  βαρέλια με τυριά και  φορμαγέλες οι ξωτάρηδες…

θαρρώ…  μας  πήρε για τα καλά η κατηφοριά !

Όμως, φίλε μου, πρέπει  να κόψω τη φούρια μου εδώ, κι ας τα’ χω γράψει  βιαστικά, απανωτά, ίσως  και  τα μισά,  τι   η ξωτάρικη ζωή  θέλει  πολλές σελίδες , για ν’ ανιστορηθεί, και  στα  BLOGS  δε γίνεται  τον κόσμο να μπομπαρδίσεις μ’ ατέλειωτα  γραφτά ! Πέστε, λοιπόν, αναβλεμματίσματα  πως κάναμε  στη ζωή  των ξωτάρηδων, σ’ ένα ταξίδι  της  μιας μέρας  στο Μέγα Παρνασσό, κι όσα μπορέσαμε ακούσαμε  και  είδανε τα μάτια μας τα καψερά !

 

ΥΓ1  Ευχαριστώ  τον  παλιό  ξωτάρη  Γιώργη  Ζ. Θωμά  (Σούκερ) για τις πληροφορίες. Επίσης, τον  Μήτσο  Παναγάκο  και τον Λουκά  Παπαλεξανδρή  για τις φωτογραφίες.

ΥΓ2 :  ΘΗΛΥΚΑ :  αρνάδα, ζυγούρι, προβατίνα !       /  κατσίκι, βιτούλι, γίδα!
           ΑΡΣΕΝΙΚΑ :  αρνί, ζυγούρι, κριάρι !       /    κατσίκι, βιτούλι, τράγος ή γκιοσέμι !
Θερμές ευχαριστίες πρωτίστως στον Χρίστο Μαυρόπουλο για άλλο ένα εξαιρετικό κείμενο και  φυσικά στον Γιάννη Λουκά και Λουκά Παπαλεξανδρή για την επικουρική συμμετοχή τους

Πηγή: http://tsopanos.blogspot.com/2012/05/blog-post_8631.html#ixzz1w0B1AzOY

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: