Μύθος ή αλήθεια η κλιματική αλλαγή;

Το κλίμα δεν αλλάζει, μας λέει τώρα μια μικρή αλλά όχι ευκαταφρόνητη μερίδα επιστημόνων, και χαρακτηρίζει την παγκόσμια υπερθέρμανση «μια νέα θρησκεία που κανείς δεν τολμά να αμφισβητήσει». Ένα αμφιλεγόμενο ντοκιμαντέρ και ένα «σκάνδαλο» ήταν οι αφορμές, και τώρα οι σκεπτικιστές πληθαίνουν. Έχουν βάση, όμως, τα επιχειρήματα τους και τι συμφέροντα μπορεί να κρύβονται πίσω από αυτή την αμφισβήτηση;

Πώς θα μοιάζει η Γη το 2100 αν δεν καταφέρουμε να περιορίσουμε τις εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου; Σύμφωνα με τη Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC), που ιδρύθηκε το 1988 για να αξιολογεί την επιστημονική γνωστική βάση και τις σχετικές με την κλιματική αλλαγή έρευνες, η Γη θα μοιάζει με έναν πλανήτη του οποίου η μέση παγκόσμια θερμοκρασία θα έχει αυξηθεί έως και κατά 5 βαθμούς Κελσίου. Συνέπεια αυτού θα είναι ολόκληρες περιοχές, όπως η λεκάνη της Μεσογείου, να έχουν μετατραπεί σε ερήμους, αφιλόξενες για τον άνθρωπο.

Από την άλλη, παρά την ευρεία επιστημονική συναίνεση επί της κλιματικής αλλαγής, υπάρχουν και σκεπτικιστές. Επιστήμονες που χαρακτηρίζουν υπερβολική τη συγκεκριμένη πρόβλεψη και υποστηρίζουν ότι το κλίμα θα παραμείνει σε γενικές γραμμές αμετάβλητο, διαψεύδοντας τα σενάρια για έναν επικείμενο περιβαλλοντικό εφιάλτη.

Οπως χαρακτηριστικά σημείωνε πριν από μερικά χρόνια ο νομπελίστας φυσικός Ivar Giaever, «η παγκόσμια υπερθέρμανση έχει γίνει μια νέα θρησκεία». Φυσικά, οι σκεπτικιστές όπως ο Giaever είναι σαφώς λιγότεροι από τους κλιματολόγους που συμφωνούν με τις εκτιμήσεις της Διακυβερνητικής Επιτροπής. Όμως, παραδόξως, σε αυτό το στρατόπεδο θα βρει κανείς ειδικούς οι οποίοι έχουν συμμετάσχει ακόμη και στη συγγραφή των εκθέσεων της IPCC. Παράδειγμα ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Αλαμπάμα, John Cristy, ο οποίος υποστηρίζει πως η παρατηρούμενη αύξηση της θερμοκρασίας ούτε μπορεί να αποδοθεί με βεβαιότητα στις ανθρωπογενείς εκπομπές ούτε προδικάζει απαραιτήτως τεράστιες φυσικές καταστροφές. Το ίδιο καθησυχαστικός για το μέλλον είναι και ο περιβαλλοντολόγος Patrick Michaels, από το Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, που εκτιμά ότι η θερμοκρασία δεν πρόκειται να αυξηθεί πάνω από 0,75 βαθμούς Κελσίου. Ή ο Richard Lindzen, μετεωρολόγος στο ΜΙΤ και ένας από τους βασικούς συντάκτες της τρίτης έκθεσης της IPCC, ο οποίος ισχυρίζεται πως η όποια τάση ανόδου της θερμοκρασίας θα αντισταθμιστεί από άλλους κλιματικούς μηχανισμούς.

ΤΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΠΟΥ ΣΟΚΑΡΕ

Οι τρεις παραπάνω επιστήμονες, μαζί με πολλούς ακόμη, συμμετείχαν με συνεντεύξεις τους στο ντοκιμαντέρ «Η μεγάλη απάτη της παγκόσμιας υπερθέρμανσης» («The Great Global Warming Swindle»), το οποίο πρωτοπροβλήθηκε το 2007 στο βρετανικό κανάλι Channel 4. Το ντοκιμαντέρ προξένησε σάλο, αφού στόχος του ήταν να «φέρει στο φως» τα δεκάδες επιστημονικά σφάλματα στην επιχειρηματολογία όσων μιλούν για την κλιματική αλλαγή που αποδίδεται στην ανθρώπινη δράση. Στην πρεμιέρα του στην Τσεχία, μάλιστα, ο πρόεδρος Vaclav Klaus το χαρακτήρισε «γροθιά στον ανορθολογισμό».

Στο ντοκιμαντέρ αναφέρεται ότι τα επίπεδα του διοξειδίου του άνθρακα (CO2) στην ατμόσφαιρα παρουσιάζουν συνεχή αύξηση από το 1940, ενώ την ίδια στιγμή η θερμοκρασία στην πραγματικότητα μειωνόταν μέχρι το 1975. Οι συμμετέχοντες επιστήμονες αναφέρουν ότι η συγκέντρωση του εν λόγω αερίου είναι ούτως ή άλλως πολύ μικρή για να εξηγήσει την όποια θερμοκρασιακή άνοδο. Μάλιστα, ο Δανός φυσικός Friis-Christensen, μιλώντας στο ντοκιμαντέρ, υποστηρίζει ότι το κλίμα του πλανήτη επηρεάζεται καταλυτικά από τις γαλαξιακές κοσμικές ακτίνες και τον Ηλιο. Παρουσίασε μάλιστα γράφημα το οποίο έδειχνε πως, για το διάστημα 1610-1985, οι θερμοκρασιακές διακυμάνσεις συνέπιπταν απόλυτα με τις μεταβολές στην ηλιακή δραστηριότητα και όχι με την αύξηση του CO2 στην ατμόσφαιρα.

Επιστημονικές οργανώσεις και γνωστοί κλιματολόγοι αντέδρασαν με επιστολές και άρθρα, υποστηρίζοντας ότι «πρόκειται για ένα συμπίλημα από μισές αλήθειες και ψέματα, με στόχο να παραπλανήσει». Σύντομα η αξιοπιστία του ντοκιμαντέρ άρχισε να κλονίζεται. Αποκαλύφθηκε κατ’ αρχάς πως είχαν διαστρεβλωθεί οι απόψεις ενός συνεντευξιαζομένου, ενώ ο ίδιος ο Christensen υποστήριξε πως η εξάρτηση του κλίματος από τον Ήλιο δεν αποκλείει την πρόσθετη επιβάρυνση από τους ανθρωπογενείς ρύπους, κάτι που δεν τονίστηκε στην ταινία. Με την πάροδο του χρόνου, μερικά από τα στοιχεία του αποδυναμώθηκαν. Για παράδειγμα, νεότερα δεδομένα έδειξαν πως η θεωρία του Christensen δεν ισχύει από το 1985 και μετά. Επίσης, όπως δημοσιοποιήθηκε σε αμερικανικά μέσα ενημέρωσης (ABC News, Associated Press), ο Patrick Michaels είχε λάβει 100.000 δολάρια από ενεργειακή εταιρεία ορυκτών καυσίμων του Κολοράντο για τις έρευνές του, γεγονός που πλήττει την αξιοπιστία του. Τόσο ο John Cristy όσο και ο Richard Lindzen έχουν επίσης λάβει χρηματοδότηση από εταιρείες που σχετίζονται με την ενέργεια από ορυκτά καύσιμα, σύμφωνα με αποκαλύψεις της Greenpeace. Χαρακτηριστικά, η ExxonMobil μεταξύ 1998-2008 ξόδεψε 23 εκατ. δολάρια, υποστηρίζοντας γκρουπ αρνητών της κλιματικής αλλαγής.

ΤΟ CLIMATEGATE

Ωστόσο, το 2009 υπήρξε το δεύτερο κύμα αμφισβήτησης της κλιματικής αλλαγής, όταν χάκερ υπέκλεψαν υλικό από τον σέρβερ του Πανεπιστημίου East Anglia και κυκλοφόρησαν στο Internet εκατοντάδες e-mails που αντάλλασσαν κορυφαίοι ειδικοί στην κλιματική αλλαγή. Σε πρώτη ανάγνωση, αυτές οι ηλεκτρονικές επιστολές έδειχναν πως οι ερευνητές παρασιώπησαν δεδομένα, επιλέγοντας εκείνα τα οποία συνηγορούσαν στο ότι η υπερθέρμανση είναι υπαρκτή και έχει ανθρωπογενή αίτια.

Αν και πέντε ανεξάρτητες επιτροπές που μελέτησαν τα e-mails αποφάνθηκαν τελικά πως οι συντάκτες τους δεν είχαν παραβεί την επιστημονική δεοντολογία, το Climategate, όπως ονομάστηκε το σκάνδαλο, ενίσχυσε τη δυσπιστία της κοινής γνώμης. Σύμφωνα με γκάλοπ που διεξήχθησαν στη Βρετανία, τον τελευταίο χρόνο η εμπιστοσύνη των πολιτών στην κοινότητα των κλιματολόγων μειώθηκε από το 60% στο 40%.

Το Climategate δεν κατέστησε τα επιχειρήματα των σκεπτικιστών αυτομάτως πιο πειστικά, έδειξε όμως ότι η επιστήμη της κλιματολογίας κρύβει πολλά ακόμη ερωτήματα που μένουν να απαντηθούν. «Ακόμη και η ρητορική έχει αλλάξει, όπως φαίνεται από την τελευταία έκθεση που εξέδωσε η βρετανική Βασιλική Εταιρεία, στην οποία αναφέρονται σε ξεχωριστά κεφάλαια οι «πτυχές ευρείας συναίνεσης» σχετικά με την ανθρωπογενή υπερθέρμανση, οι «διαφιλονικούμενες πτυχές» και οι «πτυχές που δεν έχουν προς το παρόν κατανοηθεί», αναφέρει σε άρθρο του στον Guardian ο Mike Hulme, καθηγητής Κλιματικής Αλλαγής στο Πανεπιστήμιο East Anglia. Και, βέβαια, έδειξε πως η αντιδικία των επιστημόνων ακόμη και για τις «πτυχές της ευρείας συναίνεσης» παραμένει ακόμα ανοιχτή…

ΤΙ ΑΠΑΝΤΟΥΝ ΣΤΟΥΣ ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΤΕΣ

O Γιάννης Ζιώμας, καθηγητής στη Σχολή Χημικών Μηχανικών στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, με ειδίκευση σε θέματα κλιματικής αλλαγής και ατμοσφαιρικής ρύπανσης, απαντά στα επιχειρήματα των αμφισβητιών

 

1. Παλαιοκλιματικές μελέτες έχουν δείξει πως στο παρελθόν παρατηρούνταν πρώτα αύξηση της θερμοκρασίας και μετά άνοδος του CΟ2. Επομένως, η άνοδος του διοξειδίου του άνθρακα είναι αποτέλεσμα και όχι αιτία των κλιματικών αλλαγών.

Oλες οι παλαιότερες μεταβολές στα επίπεδα του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα οφείλονταν σε φυσικά αίτια στα οποία ο άνθρωπος είχε ελάχιστη ή μηδενική επίδραση, κάτι που δεν ισχύει σήμερα. Κατά συνέπεια, το παρελθόν του πλανήτη δεν μπορεί να αποτελέσει μέτρο σύγκρισης για το τι ακριβώς συμβαίνει και τι πρόκειται να συμβεί με το παγκόσμιο κλίμα, αφού η επιστήμη καλείται να εξηγήσει μια παράμετρο η οποία δεν έχει εμφανιστεί ποτέ ξανά στα χρονικά της γήινης ιστορίας – δηλαδή την αύξηση των αέριων ρύπων λόγω των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Αυτό που επιβεβαιώνουν μάλιστα οι μετρήσεις είναι πως η ατμόσφαιρα δεν διαθέτει μηχανισμούς οι οποίοι να απομακρύνουν τις επιπλέον ποσότητες CO2, η συγκέντρωση του οποίου αυξάνεται χρόνο με το χρόνο.

2. Ενώ η πρωτογενής επίπτωση του CΟ2 στο κλίμα είναι γνωστή, η επίδρασή του στο κλιματικό σύστημα είναι αβέβαιη, διότι εξαρτάται από άγνωστους κλιματικούς παράγοντες, όπως η συγκέντρωση των υδρατμών που είναι το κύριο αέριο του θερμοκηπίου. Μόνον αν γνωρίζαμε αυτή την επίδραση, θα μπορούσαμε να εμπιστευθούμε τα κλιματικά μοντέλα.

Είναι αλήθεια πως αέρια όπως το CO2 συνεισφέρουν κατά 5% στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, ενώ οι υδρατμοί κατά 95%, επομένως η συμπεριφορά των τελευταίων θα παίξει σημαντικό ρόλο στο πώς ακριβώς θα αλλάξει το κλίμα. Είναι επίσης αλήθεια ότι, σε ένα μεταβαλλόμενο κλιματικό σύστημα, αυτή η συμπεριφορά αποτελεί μια πηγή αβεβαιότητας. Ωστόσο, με τις γνώσεις που διαθέτουμε μέχρι σήμερα και λαμβάνοντας υπόψη και μόνο το γεγονός ότι το CO2 αυξάνεται συνεχώς, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το φαινόμενο του θερμοκηπίου θα ενταθεί. Το αν οι υδρατμοί θα ανακόψουν αυτή την τάση παραμένει μια υπόθεση.

3. Κάποιες από τις προβλέψεις της Διακυβερνητικής Επιτροπής είναι εξαιρετικά αβέβαιες, όπως η εκτίμηση στην τέταρτη έκθεσή της πως οι παγετώνες στα Ιμαλάια ενδεχομένως να έχουν εξαφανιστεί το 2035. Αντίθετα, νέα δεδομένα τοποθετούν την εξαφάνιση των πάγων στο 2350.

Καθώς η έρευνα βρίσκεται σε εξέλιξη, είναι φυσιολογικό να υπάρχουν λάθη στις προβλέψεις, τα οποία σε άλλες περιπτώσεις δείχνουν πως ο κίνδυνος μπορεί να είναι σοβαρότερος απ’ ό,τι φαινόταν αρχικά – για παράδειγμα, τα τελευταία χρόνια φάνηκε πως είχε υποεκτιμηθεί η ταχύτητα με την οποία λιώνουν οι πάγοι στους πόλους. Τα επιμέρους σφάλματα δεν αλλάζουν, πάντως, τη συνολική εικόνα που έχει η συντριπτική πλειονότητα των επιστημόνων για το ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη οφείλεται στον άνθρωπο.

4. Τα τελευταία 800.000 χρόνια έχουμε εναλλαγές μεταξύ παγετωνικών και μη παγετωνικών περιόδων, με τις παγετωνικές να διαρκούν 100.000 χρόνια και, τις μη παγετωνικές 10.000. Δεδομένου ότι έχουν περάσει 12.000 χρόνια από την προηγούμενη παγετωνική περίοδο, αναμένεται νέα περίοδος ψύχρανσης.

Επειδή δεν γνωρίζουμε τους φυσικούς μηχανισμούς που κρύβονται πίσω από αυτούς τους κύκλους, δεν μπορούμε να πούμε με ασφάλεια πως είμαστε στα πρόθυρα μιας νέας παγετωνικής περιόδου, η οποία έχει μάλιστα καθυστερήσει. Ετσι, η μετάβαση σε παγετωνικό κλίμα είναι ένα στατιστικό φαινόμενο που δεν γνωρίζουμε πότε θα εκδηλωθεί· τα αποτελέσματα από την ανθρωπογενή υπερθέρμανση, αντίθετα, αναμένονται μέσα στις επόμενες δεκαετίες – με κάποιες επιπτώσεις να είναι ήδη ορατές.

5. Στην ιστορία της Γης τα σημερινά επίπεδα CO2 δεν είναι πρωτοφανή· π.χ. πριν από 35 εκατ. χρόνια η συγκέντρωση του CO2 ήταν δεκαπλάσια.

Οι πληροφορίες που έχουμε για τον πλανήτη στο τόσο μακρινό παρελθόν είναι εξαιρετικά αποσπασματικές, υπάρχουν τεράστιες αβεβαιότητες σχετικά με τη μορφή των ηπείρων, τη βλάστηση ή τις εκπομπές των ηφαιστείων. Επομένως, η κατάσταση της Γης σε αυτές τις εποχές αποτελεί από μόνη της ένα θέμα προς επιστημονική διερεύνηση, και σίγουρα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αποφασιστικό επιχείρημα για να δικαιολογήσουμε τι συμβαίνει σήμερα με το κλίμα.

6. Οι ενδείξεις συνηγορούν στο ότι ένα θερμό κλίμα είναι ευεργετικό για τα οικοσυστήματα και τη γεωργία: 60 εκατ. χρόνια πριν, η θερμοκρασία ήταν 10-15° C μεγαλύτερη. Υπήρχε πλούσια βλάστηση και οι φοίνικες ευδοκιμούσαν και στη Νορβηγία.

Κανείς δεν ισχυρίζεται πως η Γη θα γίνει αβίωτη στο σύνολό της. Ισως να υπάρξουν και περιοχές, όπου σήμερα επικρατούν βαρείς χειμώνες, οι οποίες θα ωφεληθούν από την υπερθέρμανση. Αυτό που ανησυχεί εμάς τους επιστήμονες είναι ότι κατά τόπους το κλίμα θα είναι διαφορετικό, με τις συνθήκες σε κάποιες γεωγραφικές ζώνες να γίνονται αντίξοες για τους πληθυσμούς που ζουν σήμερα σε αυτές. Ποιος δεν θα χαρακτήριζε «καταστροφή» ένα μαζικό κύμα περιβαλλοντικών προσφύγων;

Του Κώστα Δεληγιάννη από το ΟΙΚΟ της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ

ΘΑ ΤΟ ΡΙΣΚΑΡΟΥΜΕ;

Οι «κλιματολόγοι» κατηγορούν τους «σκεπτικιστές» ότι «διαβάζουν» τα δεδομένα υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης στην καλύτερη περίπτωση ή υπό την επήρεια ή και το χρηματισμό των πετρελαϊκών λόμπι στη χειρότερη. Οι «σκεπτικιστές» μιλούν για κλιματική υστερία, που στόχο έχει κυρίως την εξεύρεση κονδυλίων. Αρκεί, λένε, να υπάρχει στον τίτλο η λέξη «κλίμα», και έχεις σίγουρη τη χρηματοδότηση.

Στην πραγματικότητα, αυτό που συμβαίνει είναι ότι η επιστήμη χρησιμοποιεί τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της για να βγάλει ορισμένα συμπεράσματα. Καταγράφει τάσεις, κάνει προβλέψεις, αλλά δεν μπορεί να προδιαγράψει πέραν πάσης αμφιβολίας το μέλλον. Κανένας σοβαρός επιστήμονας δεν μπορεί να δηλώσει με βεβαιότητα ότι μέσα στα επόμενα πενήντα χρόνια η Γη θα καταστραφεί ή ο μηχανισμός ρύθμισης του κλίματος θα καταφέρει να εξισορροπήσει την ανθρωπογενή επίδραση χωρίς μεγάλες απώλειες. Ο μόνος τρόπος για να ξέρουμε σίγουρα είναι να ζήσουμε να το δούμε. Αυτή είναι η επιστημονική πλευρά του θέματος «κλιματική αλλαγή».

Εμείς, όμως, ως κοινωνία, καλούμαστε να λάβουμε πολιτικές αποφάσεις σε σχέση με την κλιματική αλλαγή, και μάλιστα σύντομα. Δικαιούμαστε να χρησιμοποιήσουμε τις επιστημονικές αμφιβολίες ως άλλοθι για να μη λάβουμε μέτρα;

Πέρασαν πολλά χρόνια για να πιστοποιηθεί το πόσο κακό κάνει το κάπνισμα και να ξεκινήσει η αντικαπνιστική εκστρατεία. Στο μεταξύ, εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους επιλέγοντας να πιστέψουν τους αμφισβητίες.

Οσον αφορά τις αιτίες της κλιματικής αλλαγής, είναι για όλους μας πιο βολικό να πιστέψουμε τους σκεπτικιστές. Μόνο που, όταν σε δέκα, είκοσι ή και πενήντα χρόνια η πραγματικότητα θα αποδείξει ποιος είχε δίκιο και ποιος άδικο, δεν θα υπάρχει χρόνος για να αλλάξουμε τα πράγματα. Μήπως σε αυτή την περίπτωση, αντί του ρίσκου, οφείλουμε πολιτικά να διαλέξουμε την πρόληψη;

Πάντως, ακόμα και αυτή δεν δείχνει να έχει αποτελέσματα, αφού οι διασκέψεις για το κλίμα στέφονται με απόλυτη αποτυχία…

Της Τάνιας Γεωργιοπούλου από το ΟΙΚΟ της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: